Πάνω από ένα στα τέσσερα σπίτια στο κέντρο της Αθήνας είναι κλειστό, ενώ πολύ υψηλά ποσοστά παρατηρούνται επίσης και σε άλλες περιοχές της Αττικής, ειδικά στον Πειραιά, αλλά και στις νότιες και δυτικές συνοικίες του λεκανοπεδίου, όπου υπάρχει και μεγαλύτερη συγκέντρωση κατοικιών. Με βάση αυτήν, προκύπτει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο κέντρο της Αθήνας και τον Πειραιά και τις υπόλοιπες περιοχές της Αττικής, που αναπτύχθηκαν μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα, φαίνεται πως σε εκείνες, ειδικά στα βόρεια και τα νότια προάστια, τα κενά σπίτια είναι σαφώς λιγότερα, όχι μόνο σε απόλυτα νούμερα, αλλά και ως ποσοστό επί του συνόλου του οικιστικού αποθέματος. Ξεκάθαρα όμως, το μεγάλο πρόβλημα αφορά τον Δήμο Αθηναίων, όπου εντοπίζονται 117.137 κενές κατοικίες, ή 26,8% του συνόλου. Είναι ακίνητα που ανήκουν σε ιδιώτες, αλλά και σε φορείς του Δημοσίου, είτε αφορούν τον στενό ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΕΦΚΑ, δήμος, ιδρύματα κ.λπ.), ενώ κάποια βρίσκονται και στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Εν τω μεταξύ, ακόμα και με τα κίνητρα που έχουν δοθεί από την κυβέρνηση για την επιστροφή κάποιων από τα ακίνητα αυτά στην αγορά, δεν είναι καθόλου σαφές ότι αυτό θα συμβεί, λόγω του μεγάλου κόστους που απαιτείται. Σε σχετική μελέτη της, η Εθνική Τράπεζα υπολόγισε ότι έχουν λείψει από την αγορά κεφάλαια ύψους 35 δισ. ευρώ για έργα επισκευής και συντηρήσης κατοικιών πανελλαδικά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι να υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 κατοικίες έχουν υποβαθμιστεί σήμερα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι μη κατοικήσιμες και ως εκ τούτου εκτός αγοράς.